δαπανώ


δαπανώ
[далано] ρ. расходовать, тратить,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δαπανώ" в других словарях:

  • δαπανώ — (AM δαπανῶ, άω) [δαπάνη] 1. ξοδεύω, καταναλίσκω χρήματα ή άλλα είδη 2. σπαταλώ, αφήνω να χάνεται κάτι («δαπανώ τον καιρό μου») αρχ. μσν. 1. φθείρω, καταστρέφω («τὰ δάκρυα δαπανοῡν με», «φλὸξ δαπανᾷ πάντα») αρχ. αναγκάζω κάποιον να κάνει έξοδα …   Dictionary of Greek

  • δαπανώ — δαπανάω / δαπανώ (παρατατ. συνήθως ούσα), δαπάνησα βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δαπανώ — ησα, ήθηκα, δαπανημένος, ξοδεύω κάτι χρήσιμο και κυρίως χρήματα: Δαπάνησα πολλά φέτος για τη συντήρηση του σπιτιού μου. – Μη δαπανάς άσκοπα το χρόνο σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δαπανῶ — δαπανάω spend pres imperat mp 2nd sg δαπανάω spend pres subj act 1st sg (attic epic ionic) δαπανάω spend pres ind act 1st sg (attic epic ionic) δαπανάω spend pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) δαπανάω spend pres ind act 1st sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπάνῳ — δάπανος masc/fem/neut dat sg δαπανηρός lavish masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναλίσκω — (Α ἀναλίσκω και ἀναλῶ, όω, Ν και αναλώνω) 1. δαπανώ, ξοδεύω, καταναλώνω 2. ξοδεύω αλόγιστα, κατασπαταλώ 3. φθείρω, καταστρέφω σιγά σιγά (στα αρχ. μόνο στην παθ.) αρχ. 1. (για πρόσωπα) σκοτώνω, καταστρέφω 2. παθ. (για πράγματα) εκλείπω, μέ πετούν …   Dictionary of Greek

  • κακοσχολώ — κακοσχολῶ, έω (Α) [κακόσχολος] 1. (για παιδιά) δαπανώ κακώς την ώρα τής σχόλης, ξοδεύω σε σκάνδαλα, πανουργίες και διαβολιές τον καιρό μου 2. δαπανώ τον καιρό μου για ηδονή …   Dictionary of Greek

  • κατατρίβω — (Α κατατρίβω) (επιτ. τ. τού τρίβω) 1. τρίβω κάτι εντελώς, αφανίζω με τη συχνή τριβή, φθείρω, καταστρέφω, κονιορτοποιώ 2. (για πρόσ.) κουράζω κάποιον πάρα πολύ, καταπονώ, προξενώ κόπωση, εξαντλώ 3. μέσ. κατατρίβομαι δαπανώ ή φθείρω τις δυνάμεις… …   Dictionary of Greek

  • προαναισιμώ — όω, Α δαπανώ εκ τών προτέρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀναισιμῶ «δαπανώ, καταναλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • προεξοδιάζω — Α ξοδεύω, δαπανώ προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐξοδιάζω (Ι) «ξοδεύω, δαπανώ»] …   Dictionary of Greek